Εορτή Αγίου Νικολάου 06 Δεκ (η παλιά μεταβυζαντιινή πετρόχτιστη Εκκλησία στο βουνό)

Κάθε χρόνο τιμάται στη Βίγλα Άρτας ο Άγιος Νικόλαος.
Η εκκλησία στη Βίγλα, αποτελεί μεταβυζαντινό μνημείο κι είναι ρυθμού βασιλικής. Για το χτίσιμό της χρησιμοποιήθηκαν πέτρες από το βουνό της Βίγλας (Μαυροβούνιο) και για τη σκεπή πέτρινες πλάκες (πλακανίδες) από το αυτό βουνό. Είναι χτισμένη σχετικά ψηλά στο βουνό σε υψόμετρο περίπου 85μ. από την επιφάνεια του Αμβρακικού, όταν το βουνό έχει υψόμετρο 329μ.
Την παραμονή της εορτής τελείται μέγας εσπερινός και αρτοκλασία.

Τετάρτη, 28 Απριλίου 2010

Πάμε για παραδοσιακό ψάρεμα με παραγάδι στη Βίγλα Άρτας








TO ΠΑΡΑΓΑΔΙ

΄΄Πάμε για παραδοσιακό ψάρεμα στη Βίγλα΄΄

TO ΠΑΡΑΓΑΔΙ


Κατεξοχήν εργαλείο ψαρέματος των ψαράδων της Βίγλας και της Στρογγυλής, στα νερά των λιμνοθαλασσών Ροδιάς, Αι-Γιωργιού και Τσουκαλιό.

Περιγραφή

Το παραδοσιακό παραγάδι της Βίγλας αποτελείται από:

1. Καλαμωτή διαστάσεων 1,20 μ. μήκος και 0,50 μ πλάτος, πλεγμένη σφιχτά με σχοινιά σε τρία σημεία. Τα καλάμια που την αποτελούν, έχουν πάχος 1,5-2 εκ. και μήκος 1,20μ. το καθένα.

2. Στο ακριανό καλάμι είναι δεμένο ένα κομμάτι ψαθί (αυτοφυές φυτό της γύρω περιοχής), όπου αγκιστρώνονται τα αγκίστρια του παραγαδιού με το δόλωμα.

3. Πλήθος αγγιστριών:200-250 τεμ..

4. Στο χώρο της καλαμωτής εναποτίθεται το σχοινί του παραγαδιού (το ράμμα), συνολικού μήκους διακοσίων έως τριακοσίων οργιών. Μία οργιά ισούται με 1,5μ. και πρακτικά είναι, όσο το άνοιγμα των 2 χεριών ενός μετρίου ύψους ανθρώπου.

5. Στο ράμμα είναι δεμένα ανά μία οργιά, ένα-ένα τα αγκίστρια. Κάθε αγκίστρι είναι δεμένο στο ράμμα με το παραμάλι μήκους 0,50μ. (πλαστικό σχοινί συνήθως λευκού χρώματος).

Το παραγάδι, αφού νεταριστεί και δολωθεί, τυλίγεται ρολό με το ψαθί στο κέντρο και δένεται στο μέσο με χοντρό σχοινί.

Κάθε ψαράς έχει 2 έως 4 παραγάδια.

Διαδικασία

Το παραγάδι κάθε πρωί ανοίγεται και νετάρεται. Δηλαδή, δένεται η μία άκρη του ράμματος στην άκρη της καλαμωτής και ξετυλίγεται σιγά-σιγά. Στη διαδικασία αυτή αντικαθίστανται τα αγκίστρια που λείπουν ή έχουν σκουριάσει και το παραμάλι. Ένα-ένα τα αγκίστρια, αγκιστρώνονται με τη σειρά στο ψαθί.
Αφού το παραγάδι νεταριστεί είναι έτοιμο για να δολιαστεί. Το δόλιασμα του παραγαδιού για χέλια, γίνεται ανάλογα με την εποχή, με σκουλήκι (γαιοσκώληκα ή ,,μάζα΄΄ στην τοπική διάλεκτο) και με ψιλή γαρίδα. Ανάλογα με το τι θέλουμε να ψαρέψουμε (πχ τσιπούρες κλπ) χρησιμοποιούμε ως δόλωμα και μικρά ψαράκια (3-4 εκ), δολωμένα ολόκληρα στα αγκίστρια.
Τον γαιοσκώληκα οι ψαράδες τον βγάζουν από σκαμμένο χώμα σε σχετικά υγρό έδαφος του χωριού και κοντά σε χωνεμένη κοπριά-φουσκί των καλυβιών που έχουν για τα ζώα οι τσοπάνηδες. Την ψιλή γαρίδα και τα μικρά ψαράκια οι ψαράδες τη βγάζουν με την απόχη τους σε μικρά αυλάκια με νερό που καταλήγουν στις λιμνοθάλασσες.
Τα παραγάδια δολώνονται μετά το μεσημέρι και περί ώρα τρεις με τέσσερις (το Χειμώνα), αφενός για να είναι ζωντανό το δόλωμα όταν θα ριχτούν στο νερό και αφετέρου για να ριχτούν σούρουπο, πριν το τελευταίο φως ώστε τα μπουρμπούλια (ζωύφια της λιμνοθάλασσας στο βυθό) να μην προλάβουν να φάνε το δόλι. Διότι τα μπουρμπούλια το σούρουπο φωλιάζουν. Το ρίξιμο των παραγαδιών διαρκεί μία έως δύο ώρες, κι ανάλογα με το πόσα είναι.
Στις λιμνοθάλασσες του Αμβρακικού οι ψαράδες χρησιμοποιούν τα πριάρια (παραδοσιακές βάρκες χωρίς καρίνα). Άλλη επικρατούσα ονομασία είναι ΄΄γα΄ί΄τα΄΄ . Κάθε ψαράς ανοίγεται στο πέλαγος στην θαλάσσια περιοχή που επέλεξε για να ρίξει τα παραγάδια. Βάζει το παραγάδι σε οριζόντια θέση, ακουμπισμένο στις δύο άκρες του πριαριού και το ανοίγει. Καθισμένος στη βάρκα με απλωμένα τα πόδια του κάτω από το παραγάδι έχει για βοήθεια την απάλα (παραδοσιακό κουπί του πριαριού). Δένει σε ένα μακρύ καλάμι με σημαδούρα ( κι ανάλογα με το βάθος της λιμνοθάλασσας) την μία άκρη από το πρώτο παραγάδι. Κατόπιν ξεκινάει, καθώς η βάρκα πλέει απαλά στο νερό, να ρίχνει ένα-ένα τα δολωμένα αγκίστρια ενώ παράλληλα τα ξεαγκιστρώνει από το ψαθί. Με την απάλα οδηγεί το πριάρι προς την κατεύθυνση που επιθυμεί.
Αφού τελειώσει με το πρώτο παραγάδι, στο τέλος του ράμματος δένει την αρχή του δεύτερου παραγαδιού. Η διαδικασία συνεχίζεται κατά τον ίδιο τρόπο. Στο τέλος του ράμματος του τελευταίου παραγαδιού δένει ένα δεύτερο μακρύ καλάμι με τη σημαδούρα του. Είναι πλέον σούρουπο και ο ψαράς παίρνει το δρόμο της επιστροφής.
Την άλλη μέρα ο ψαράς ξυπνάει νωρίς το πρωί, από τα χαράματα. Με το πριάρι του πηγαίνει στην άκρη του πρώτου παραγαδιού και ξεκαρφώνει το καλάμι που είχε πρωτοτοποθετήσει. Λύνει το ράμα κι αρχίζει να μαζεύει ένα-ένα τα αγκίστρια.
Όσα αγκίστρια έχουν αγκιστρωμένο χέλι ή ψάρι ο ψαράς τα κόβει με το σουγιά ή το μαχαίρι κι αφήνει να πέσουν στο εσωτερικό του πριαριού ανάμεσα στα στραβόξυλα, όπου έχει ρίξει νωρίτερα λίγο νερό από τη λιμνοθάλασσα. Το ράμμα το μαζεύει στην καλαμωτή του παραγαδιού. Σ΄ αυτή εδώ τη φάση τα σκοινιά τα μαζεύει μαζί με τα αγκίστρια και χωρίς να τα αγκιστρώνει στο ψαθί. Στο τέλος η άκρη από το ράμμα περνιέται σε ένα καλάμι του παραγαδιού το οποίο μετά το τυλίγει ρολό και το αποθέτει μέσα στη βάρκα. Συνάμα ξεκινάει τα μάζεμα του επόμενου παραγαδιού κατά την ίδια ακριβώς πορεία, αφού ανοίξει την νέα καλαμωτή.
Το αργότερο 08.00 πμ ο ψαράς έχει τελειώσει. Μαζεύει από τη βάρκα τα χέλια και τα ψάρια σε ένα σακί, τα δένει σφιχτά και μαζί με τα παραγάδια τα φορτώνει στο ποδήλατο ή το δίκυκλο ή το αγροτικό αυτοκίνητο. Πολύ παλιά τα φορτωνόταν όλα ο ψαράς στην πλάτη και κινούσε για το χωριό.
Ο δρόμος της επιστροφής από την ψαριά είναι γεγονός. Ανάλογα με τις παραγγελίες, στο σπίτι οψαράς ξεχωρίζει και διανέμει σε σακούλες τα χέλια. Χέλια για ψήσιμο, για τηγάνι, για το ταψί. Τιμή πώλησης από 6 έως 10 ευρώ το κιλό.

Παραδοσιακοί τρόποι μαγειρέματος για τα χέλια είναι:

1. Χέλια στον νταβά (μικρό και βαθύ ταψί) με κρεμμύδια, ντομάτα, κόκκινο πιπέρι και ψήσιμο στη γάστρα ή το φούρνο.

2. Χέλια περασμένα στο καλάμι και ψήσιμο στα κάρβουνα

3. Χέλια μπουρδέτο (βραστά στην κατσαρόλα με ζωμό)

4. Χέλια τηγανητά (αλευρωμένα)

Τρίτη, 20 Απριλίου 2010

Η Σπηλιά του Άι-Βλάση και η διαδρομή στο μοναστήρι Παναγίας Ροδιάς όπως την θυμόμαστε από παιδιά




Στη σπηλιά του Αι-Βλάση

Τότε που ήμασταν παιδιά, δρόμος για το μοναστήρι της Παναγίας της Ροδιάς δεν υπήρχε. Όλοι οι κάτοικοι, αλλά και οι άλλοι επισκέπτες που έρχονταν μέχρι το χωριό με λεωφορείο, πήγαιναν για να προσκυνήσουν στο μοναστήρι με τα πόδια. Ξεκινώντας από τη ΄΄λάκα΄΄ το μονοπάτι ήταν δύσβατο κι απότομο. Πότε ανάμεσα στις βουρλιές, πότε ανάμεσα στα παλιούρια και τις ασφάκες. Άλλες πάλι φορές δίπλα στο βάλτο και με υποχρεωτική στάση στη βρύση την τρανή. Εκεί ξεδιψούσαν αρκετοί προσκυνητές. Μετά τις μιλιχιές άρχιζε το ανηφορικό κακοτράχαλο μονοπάτι. Με προσοχή οι κινήσεις ανάμεσα στα βράχια και τις αγριλιές και πότε πάνω σε γλιστερές ροβόλες. Κάτω απλωνόταν η λιμνοθάλασσα της Ροδιάς που καθρέφτιζε τον ήλιο.
Άξιζε όμως η δύσκολη διαδρομή για το ιερό προσκύνημα στην Παναγία. Γαλήνευε η ψυχή σου. Διώχνονταν τα πάθη. Ημέρευαν τα μίση.
Κι αν η διαδρομή για το μοναστήρι ήταν δύσκολη, η πρόσβαση για τη σπηλιά του Αι-Βλάση ήταν αδύνατη.
Παιδιά εμείς τότε, πηγαίναμε και βοηθούσαμε τον πάτερ στο μοναστήρι της Παναγίας της Ροδιάς. Ακούγαμε για τον Αι-Βλάση και θέλαμε να πάμε, αλλά πώς; Ήταν αδύνατο για εμάς, μικρά παιδιά. Η φαντασία μας κάλπαζε, η περιέργεια μας έτρωγε. Ώσπου ο πάτερ, που ίσως να μας κατάλαβε, που ίσως να άκουσε τις συζητήσεις μας, μας είπε μια μέρα:
- Θα πάμε στον Αι-Βλάση.
Πετάξαμε από τη χαρά μας. Αλλά πως θα πηγαίναμε, Με τα πόδια; ήταν αδύνατο.
- Θα πάμε στον Άι-Βλάση με το προιάρι.
Έτσι κι έγινε.
Μπήκαμε στο προιάρι και ξεκινήσαμε. Ξεκινήσαμε από τις μιλιχιές. Ξανοιχτήκαμε στη Ροδιά. Πρωτόγνωρη εμπειρία η μετάβαση στη σπηλιά με το προιάρι. Είχα μπει κι άλλες φορές στη ναζιάρα για παραγάδι ή για κυνήγι με τον παππού, αλλά ποτέ για βόλτα.
Το βουνό ορθωνόταν επιβλητικό. Πάντα είναι σκοτεινό, γι΄ αυτό και το ονομάσαν Μαυροβούνι.
Η θάλασσα γαλήνια. Που και που πετάγονταν τα ψάρια και πλατάγιαζαν στο νερό. Δεν χορταίνανε τα μάτια μας να αγναντεύουν. Πότε το βουνό με τους απόκρημνους γκρεμούς, τα σπάρτα, τις γκορτσιές, τις αγριλιές, τα γεράκια.
Πότε τη θάλασσα με το βαθύ μπλε χρώμα της. Πότε τον ουρανό με τα άσπρα μπαμπακένια σύννεφα, που σχημάτιζαν λογής λογιών σχήματα. Χωρίς να το καταλάβουμε ήρθαμε στο ύψος του Μοναστηριού. Ανυπέρβλητη ομορφιά.
Το εικόνισμα δίπλα στο κύμα, οι τεράστιες αγριλιές, το καμπαναριό, ο κυρίως ναός, το κελί. Πιο πάνω κόβονταν το βουνό απότομα και υψώνονταν κάθετοι βράχοι. Λες κι ήθελαν να προφυλάξουν το Μοναστήρι από το δύσκολο βοριά , τις βροχάδες και τους κεραυνούς. Οι καταπτώσεις του βουνού γίνονταν όλο και πιο απότομες. Τα αγριοπούλια μας συνόδευαν σ΄ όλη τη διαδρομή.
Το εξερευνητικό βλέμμα μας , από εδώ και πέρα έψαχνε να δει στο βουνό τη σπηλιά. Μάταια όμως. Κανείς μας δεν είχε πάει και δεν ήξερε που ακριβώς να κοιτάξει. Η περιέργεια στο κατακόρυφο. Κι εκεί που αποκάμαμε να κοιτάμε κατά το βουνό, μας έβγαλε από την αναμονή η φωνή του πάτερ.
- Να , κοιτάξτε προς την πλαγιά. Ίσα που διακρίνεται η τρύπα.
Αμέσως γυρίσαμε τα βλέμματά μας προς το βουνό. Κάτι διακρίναμε με τα άπειρα μάτια μας.
- Πολύ ψηλά είναι, είπαμε με μια φωνή.
- Έχει αρκετό περπάτημα από τη στιγμή που θα βγούμε, μας είπε ο πάτερ. Και προσοχή που πατάτε μην τυχόν και γλιστρήσετε. Προσοχή και στα παλιούρια για να μην σκιστείτε. Ευτυχώς δεν είχε κύμα και ανενόχλητα η βάρκα ακούμπησε στη βραχώδη ακτή.
Ένας ένας πηδήξαμε στο βράχο.
Ο πάτερ έδεσε τη βάρκα καλά και παίρνοντας βαθιά ανάσα ξεκινήσαμε. Η ανηφόρα μεγάλη. Το μονοπάτι ανύπαρκτο. Χαλίκια, πολλά χαλίκια , που αν δεν πρόσεχες γλιστρούσαν και θα μπορούσες να βρεθείς σε δευτερόλεπτα στα βράχια. Κρατιόμασταν από τις ασφάκες , προσέχαμε τα παλιούρια με τα αγκάθια τους.
Κεφάλι δεν μπορούσες να σηκώσεις, γιατί αλλιώς δε θα προχωρούσες.
Η κούραση ήθελε να μας καταβάλλει. Να μην φτάσουμε στη σπηλιά. Εμείς όμως δεν πτοούμασταν. Συνεχίζαμε αργά την ανηφοριά. Μετά από κάμποση ώρα κι εξουθενωμένοι φτάσαμε σε ένα κάπως επίπεδο έδαφος. Η σπηλιά δεν απείχε παρά μόνο τριάντα μέτρα.


Κοντοσταθήκαμε. Η επιβλητική είσοδός της γέμισε τα μάτια μας.
Ααα……!!! Είπαμε με μια φωνή. Ήταν επιβλητική η θωριά της. Δεν χάσαμε άλλο χρόνο και βαδίσαμε για να μπούμε μέσα. Ένα βλέμμα ρίξαμε πίσω μας. Είδαμε μόνο θάλασσα κι ουρανό. Λες και πετάγαμε.!!!
Σε λίγο η σπηλιά μας ρούφηξε. Κοιτάξαμε προς τα πάνω. Υποθέσαμε ότι την είχε σκάψει ανθρώπινο χέρι. Δεν εξηγούνταν αλλιώς, καθόλου εξογκώματα. Που και που διέκρινες αγιογραφίες. Στο μέσον ψηλά , λαξευτός στο βράχο, ο τρούλος. Πιο μέσα διακρίναμε ένα τοιχείο μισογκρεμισμένο. Χώριζε το ιερό από τον υπόλοιπο ναό.
Ο πάτερ έσπασε τη σιωπή.
- Εδώ ασκήτεψε ο Αι – Βλάσης . Κανείς δεν ξέρει όμως για πόσο και από πότε. Κανείς δεν έρχεται εδώ παρά μόνο τα αγρίμια.
Και για του λόγου του αληθές είδαμε πιο μέσα φτερά από φαγωμένα πουλιά. Πιο μέσα η τρύπα στένευε και σκοτείνιαζε.
- Κανείς δεν ξέρει το βάθος, ξαναμίλησε ο πάτερ. Μπορεί και να φτάνει ως τη θάλασσα.
Κάναμε να προχωρήσουμε αλλά γυρίσαμε πίσω.
Ήταν σκοτάδι, πίσσα , και δεν είχαμε ούτε φακό, ούτε κάποιο άλλο εργαλείο για προστασία μη τυχόν και πεταχτεί απότομα κάποιο αγρίμι και μας σκίσει.
Καθίσαμε αρκετή ώρα να θαυμάζουμε τα έργα της φύσης και του ανθρώπου συνάμα και να δημιουργούμε φανταστικές ιστορίες στο μυαλό του ο καθένας μας.
Πραγματικό ησυχαστήριο η σπηλιά. Δεν ακουγόταν παρά μόνο η ψυχή σου. Ιδανικός τόπος για περισυλλογή και απόλυτη αφοσίωση στο θείο και ανέσπερο φως, στο φως το αληθινό, στο Θεό.

Κρίμα που δεν είναι εύκολη και προσβάσιμη η σπηλιά. (Τότες 1979, γιατί τώρα 2010 είναι.).
Κρίμα που δεν έχει μπει στην αρχαιολογική έρευνα κι εκτίμηση.
Κρίμα που δεν έγιναν ενέργειες να τιμάται στη συγκεκριμένη περιοχή και στη σπηλιά ο Άγιος.
Γιατί να χάνεται μέρα με τη μέρα αυτός ο θησαυρός της ορθοδοξίας; Ακόμη και σήμερα που έχει γίνει ένας καροποίητος δρόμος που περνάει από το μοναστήρι, λίγο πιο κάτω από τη σπηλιά και καταλήγει στο δίπλα χωριό, κανείς δεν ενδιαφέρθηκε για τη σπηλιά και την αξία της.

Πήραμε το δρόμο της επιστροφή. Ήμασταν χαρούμενοι γιατί ένα όνειρό μας είχε πραγματοποιηθεί. Η κούραση είχε περάσει. Ξεκουραστήκαμε με τα όσα είδαμε και θαυμάσαμε στη Σπηλιά. Ξεκουραστήκαμε αγναντεύοντας το πέλαγος.
Η επιστροφή μας φάνηκε παιχνίδι. Ούτε που καταλάβαμε πως φτάσαμε στη βάρκα, στις μιλιχιές και από κει με τα πόδια στο χωριό. Ο ήλιος πίσω μας έγερνε στη δύση του. Τα χρώματα τον έλουζαν. Ίσως από τα ωραιότερα ηλιοβασιλέματα στον πλανήτη.






Προιάρι :βάρκα των λιμνοθαλασσών του Αμβρακικού
Μιλιχιές : περιοχή όπου άραζαν οι βάρκες σε ένα υποτυπώδες λιμανάκι.
Μαυροβούνιο: Βουνό δίπλα στον ΑΜΒΡΑΚΙΚΟ, από τη μια πλευρά είναι η ΒΙΓΛΑ και από την άλλη η ΣΤΡΟΓΓΥΛΗ.
Βίγλα:: Δημοτικό Διαμέρισμα του Δήμου Αμβρακικού Άρτας
Στρογγυλή: Δημοτικό Διαμέρισμα του Δήμου Αμβρακικού Άρτας

href="http://2.bp.blogspot.com/_GA5Uz5uIjRg/S83yPqMMh8I/AAAAAAAAAJo/YzDyD3vWXvs/s1600/LIMNOTHALASSARODIAS.jpg">